Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2011

Edgar Allan Poe - Το πηγάδι και το εκκρεμές

Έφτασε και η ώρα για λίγη λογοτεχνία και τον μεγαλύτερο συγγραφέα, ποιητή τρόμου. Μια μικρή ιστορία είναι το Πηγάδι και το Εκκρεμές που όμως δεν σου αφήνει διέξοδο να γλιτώσεις και σε πολιορκεί στενά μέχρι το τέλος. Ίσως από τα πιο εμπνευσμένα του κείμενα. Ακόμα και το λυτρωτικό φινάλε δεν σε αφήνει με αίσθημα αγαλλίασης παρά μόνο παρατείνει τον πόνο σου. Διαβάστε την αρχή και ελπίζω σύντομα να το διαβάσετε και όλοκληρο

Ένιωθα ζάλη, αναγούλα

Μισοπεθαμένος απ’ το φοβερό μαρτύριο της αναμονής, κι όταν τελικά μου έλυσαν τα δεσμά και μ’ έβαλαν να καθίσω άρχισα να χάνω τις αισθήσεις μου.

Η καταδικαστική απόφαση, η τρομερή θανατική απόφαση ήταν τα τελευταία λόγια που έφτασαν στ’ αυτιά μου.

Από κείνη την ώρα οι φωνές των ιεροεξεταστών έμοιαζαν μ’ ένα ακαθόριστο μουρμουρητό, μου έφερνε στο νου την αέναη περιστροφή – ίσως γιατί η φαντασία μου το παρομοίαζε με το βουητό που κάνει η ρόδα του νερόμυλου.

Αυτό όμως δεν κράτησε πολύ, έπειτα από λίγα λεπτά έπαψε κι εκείνο να αντηχεί στ’ αυτιά μου, τα μάτια μου όμως έβλεπαν ακόμα, αν και το κάθε τι μου φαίνονταν παραμορφωμένο, υπερβολικό!!

Έβλεπα τα χείλια των μαυροφορεμένων κριτών μου. Μου φαίνονταν ολόασπρα, πιο άσπρα κι απ’ το χαρτί που γράφω αυτές τις λέξεις, και τόσο λεπτά και σφιγμένα που το πρόσωπο καταντούσε μια καρικατούρα, σφιγμένα μ’ αποφασιστικότητα, μ΄ ακλόνητη θέληση, μ’ αυστηρή περιφρόνηση για τους σωματικούς πόνους και τα’ ανθρώπινα βασανιστήρια.

Είδα την απόφαση της μοίρας μου να βγαίνει από αυτά τα χείλια. Τα είδα να σαλεύουν προφέροντας φοβερές λέξεις. Τα είδα να σχηματίζουν τ’ όνομα μου κι ανατρίχιασα γιατί δεν άκουσα κανένα ήχο. Είδα για λίγες έξαλλες στιγμές φρίκης να κυματίζουν ανάλαφρα οι βαριές κουρτίνες που σκέπαζαν τον τοίχο της κάμαρας. Έπειτα το βλέμμα μου έπεσε στα εφτά ψηλά κεριά που ορθώνονταν πάνω στο τραπέζι. Στην αρχή έμοιαζαν με παρήγορες μορφές, έγιναν αστραφτεροί άγγελοι που θα μ’ έσωζαν. Έπειτα όμως, ξάφνου, ένα ακράτητο κύμα αναγούλας με πλημμύρισε κι ένιωσα το σώμα μου να ηλεκτρίζεται σα να είχα αγγίξει το σύρμα μιας μπαταρίας κι οι άσπροι άγγελοι έγιναν αδύναμα φαντάσματα με κεφάλι από φλόγα που άδικα θα περίμενα να με βοηθήσουν.

Σα μια πλούσια μελωδία τρύπωσε μες το νου μου η σκέψη πως ο τάφος θα ήταν μια γλυκιά ξεκούραση, τρύπωσε σιγά σιγά και αθόρυβα κι έκανε πολλή ώρα μέχρι ν’ αποκρυσταλλωθεί, τη στιγμή όμως που το μυαλό μου άρχιζε επιτέλους να τη νιώθει και να την αντικρίζει με ηδονή οι μορφές των δικαστών χάθηκαν μεμιάς, μαγικά θαρρείς από μπροστά μου. Τα ψηλά καντηλέρια εξαφανίστηκαν, η φλόγα τους έσβησε, πυκνό σκοτάδι απλώθηκε, οι αισθήσεις μου χίμησαν σ’ ένα τρελό κατήφορο που’ μοιάζε με το κατρακύλισμα της ψυχής στον Άδη. Έπειτα κυριάρχησε η νύχτα κι η σιγή.

Είχα λιποθυμήσει μα δε μπορώ να πω πως είχα χάσει τέλεια την αίσθηση του τριγύρω κόσμου. Τι μου απόμενε από τις αισθήσεις μου δεν μπορώ να το προσδιορίσω, ούτε καν να το περιγράψω, κι όμως δεν ήμουν τέλεια αναίσθητος. Βαθύς ύπνος – όχι! Παραλήρημα – όχι! Λιποθυμιά – όχι! Θάνατος – ούτε! Ακόμα και μες τον τάφο δε σβήνουν όλα. Ειδαλλιώς δεν υπάρχει αθανασία για τον άνθρωπο. Όταν ξυπνάμε κι απ’ τον πιο βαθύ ύπνο, ξεσκίζουμε το ανάερο πέπλο κάποιου Ονείρου. Κι όμως, ένα λεπτό αργότερα (τόσο αιθέριο είναι το πέπλο) δε θυμόμαστε πια αυτό που ονειρευτήκαμε. Όταν, μετά τη λιποθυμιά, ξαναγυρνάμε στη ζωή περνάμε από δυο στάδια, πρώτο ξυπνάει το μυαλό, το πνεύμα. Δεύτερη η συναίσθηση του υλικού κόσμου, της ύπαρξης. Είναι πολύ πιθανό πως αν καταφέρναμε να θυμηθούμε τις εντυπώσεις του πρώτου θα τις βρίσκαμε γεμάτες απ’ την ενθύμηση του χάους. Κι αυτό το χάος τι είναι; Πως μπορούμε να ξεχωρίσουμε το σκοτάδι του από το σκοτάδι του τάφου; Κι αν δεν μπορούμε πάντα να θυμηθούμε τις εντυπώσεις του πρώτου σταδίου συχνά δεν έρχονται απρόκλητες, μετά από καιρό στα όνειρα μας γεμίζοντας μας μ’ απορία; Εκείνος που ποτέ δε λιποθύμησε δε θα βρει παράξενα παλάτια κι ανεξήγητα γνώριμες μορφές να ξεπηδούν μεσ’ από τις φλόγες τις φωτιάς, δε θα δει ποτέ να πλανιόνται στον αέρα οι θλιμμένες οπτασίες που οι πολλοί δεν αντικρίζουν, δε θα αναρωτηθεί ποτέ του πως του είναι γνωστή η ευωδιά αυτουνού του άγνωστου λουλουδιού, ούτε θα σταματήσει ποτέ γεμάτος απορία μπροστά σε κάποια γνώριμη μελωδία που ακούει για πρώτη φορά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου